02/05/2008

A FAIRY-TALE (PART 1)

**The following text is a fairy-tale I have written. It is both in engish and greek because in my attempt to translate it, I met many difficulties and I am afraid that the translation is not the proper.



Ο Ανού κοιτούσε τον ουρανό. Ο ουρανός στέκεται εκεί ψηλά ακίνητος εδώ και χρόνια, εκατομμύρια χρόνια, δισεκατομμύρια χρόνια. Ψηλός και αγέρωχος, μπορεί να υποτάξει τους ανθρώπους στη θέλησή του, να τους κάνει να κινούνται σύμφωνα με τις δικές του διαθέσεις, σύμφωνα με τον δικό του νόμο. Κάθε απόπειρα να τον αγγίξουμε σταμάτησε, όταν οι άνθρωποι της Βαβέλ, παρασυρμένοι από τον εγωισμό και την αλαζονεία απέναντι στο άπειρο, ξέχασαν τη γλώσσα της αγάπης και άρχισαν να μαλώνουν για ασημαντότητες, όπως για το ποιος θα φέρει τη λάσπη, ποιος θα φτιάξει τα τούβλα, σε ποιον ανήκει το copyright για το αρχιτεκτονικό σχέδιο του πύργου. Ο Ανού ζήλευε. Ζήλευε τα πουλιά, που πετούσαν ελεύθερα. Ελεύθερα να διασχίζουν τον ουρανό. Ελεύθερα να πετούν πάνω από τα σύνορα, πάνω απ' τις θάλασσες, πάνω από τα ανθρώπινα όνειρα και τις προσδοκίες. Ο Ανού ήθελε να πετάξει ή πιο σωστά, έτσι μετέφραζε την επιθυμία του, να είναι ελεύθερος. Μα δεν τολμούσε. Απλά καθόταν και κοιτούσε τον ουρανό. Ναι, οι άνθρωποι έχουν εφεύρει εξαίσιες μηχανές, για να μπορούν να μεταφέρονται γρηγορότερα. Ο Ανού είχε πετάξει με αεροπλάνο, όταν ήταν πιο μικρός. Ήταν μια προσπάθεια των γονιών του, να του κάνουν το χατίρι και να προλάβουν το γάμο της θείας στο χωριό. Αλλά δεν τα κατάφεραν! Και αυτό γιατί ο Ανού δεν ονειρευότανε να γίνει πιλότος ή αστροναύτης όπως τα περισσότερα παιδιά ηλικίας πέντε με δέκα ετών. Στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελε ήταν ένα σώμα αβαρές, για να τον ταξιδεύει απ' άκρη σ' άκρη. Ήθελε να τον παρασέρνει ο άνεμος, να κάνει τούμπες στον ουρανό και να ισορροπεί ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα. Μα δε μπορούσε! Αόρατοι φυσικοί νόμοι τον κρατούσαν δεμένο με την γη. Ο Ανού είχε προσπαθήσει να πετάξει και με άλλους τρόπους. Έκανε επιτόπου πηδηματάκια ή κρεμόταν απ' τα μονόζυγα της παιδικής χαράς, αλλά στο τέλος πάντα έπεφτε στη γη.



Anoy looked at the sky. The sky stands there high motionless for years, for million year, for billion years. There high, it can subjugate people to his will, it can force people to move according to his own preferences, according to his law. Each attempt to touch it stopped, when people of Babel, carried away by their selfishness and the arrogance toward infinity, forgot the language of love and began to quarrel for insignificances, such as “ who will bring the mud”, “ who will make the bricks”, “ to whom belongs the copyright for the architectural plan of the tower”. Anoy was jealous. He was jealous of the birds that could fly freely. Who were free to cross the sky. That were free to fly above borders, and seas. Above human dreams and the expectations. Anoy wanted to fly, or rightly, thus he translated his wish, to be free. But he didn’t dare. He just sat and looked at the sky. Yes, the man has invented exquisite machines in order to transport faster. Anoy had fly by plane, when he was younger. It was an effort of his parents to make him the favour and to make the aunt‘s marriage at the village. But this didn’t accomplish him! And this because Anoy didn’t dream to become a pilot or a astronaut as most children of the age between five and ten. Actually, what wanted was a weightless body, in order to travels endways. He wanted to be drifted by the wind , to roll over in the sky and to balances between imagination and reality. But he couldn’t! Invisible physics kept him tight up with the ground. Anoy had also tried to fly with other ways. He liked make hops on the spot, but in the end he always fell in the ground.

**To be continued...

No comments: